πρεσβευτικῆς

πρεσβευτικός
of
fem gen sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Καρνεάδης — Όνομα ιστορικών προσώπων της αρχαιότητας. 1. Κυρηναίος φιλόσοφος (Κυρήνη 214/3 π.Χ. – Αθήνα 129 π.Χ.). Ήταν επικεφαλής της Νέας Ακαδημίας έως το 137/6 π.Χ. Tο 156 π.Χ. στάλθηκε στη Ρώμη ως μέλος πρεσβευτικής αποστολής –μαζί με τον περιπατητικό… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.